Το γλέντι - Διήγημα

Διήγημα "Το γλέντι" -   Ερωφίλη Πατεράκη, 2020


Κανένα σύννεφο στον ουρανό. Όλη μέρα είχε λιοπύρι, τώρα ευτυχώς θα έπεφτε ο ήλιος και θα δρόσιζε λιγάκι ο κάμπος. Ο Νικολής στάθηκε μια στιγμή να πιει λίγο νερό. Δύσκολη η δουλειά στο χωράφι αλλά άμα αγαπάς τη γη όπως την αγαπούσε ο Νικολής τότες δε σε πειράζει να την ποτίζεις ιδρώτα κάθε μέρα.  

δημιουργική γραφή διήγημα

Ήταν εργατικό παιδί ο Νικολής. Η τιμή και το καμάρι των γονέων του. Ένα γιο τον είχανε και, δόξα τω Θεώ, ήταν ένα κομμάτι μάλαμα. Το νου του τον είχε στη δουλειά και στους γονείς του. Η μάνα του κάθε βράδυ έκανε το σταυρό της «Δόξα να ‘χεις Παναγία μου, καλύτερο γιο δεν μπορούσες να μου δώσεις».

Οι άλλοι νέοι του χωριού πήγαιναν σχεδόν κάθε αργά στο καφενείο κι έπιναν ρακές μέχρι το βράδυ. Ο Νικολής προτιμούσε να κάτσει στο σπίτι του, να δει λίγο τη μάνα του, να πει δυο κουβέντες με τον πατέρα του κι έπειτα να πάει να θέσει για να σηκωθεί νωρίς την άλλη μέρα να πάει στο χωράφι. Όχι πως δεν του άρεσαν οι παρέες. Όταν είχε γλέντι στο χωριό έβαζε το καλό του πατελόνι κι ένα παλιό σακάκι του πατέρα του που του έστρωνε καλά στους ώμους κι ήταν ο πρώτος στο χορό μέχρι που σταματούσαν τα όργανα. Όσο όμως κι αν τον γλυκοκοιτούσαν οι κοπελιές του χωριού αυτός δεν είχε το μυαλό του στους έρωτες.

δημιουργική γραφή

Μέχρι που ήρθε στο χωριό η Ακριβή, ανιψιά του μπάρμπα Λευτέρη. Μεγάλη ατυχία την είχε βρει. Στα ξαφνικά αρρώστησαν κι οι δυο γονέοι της κι έμεινε μόνη. Άφησε το σπίτι της στη χώρα κι ήρθε να μείνει με την οικογένεια του θείου της. Όταν φανερώθηκε πρώτη φορά στην εκκλησιά όλα τα μάτια αυτήν κοιτάζανε και μόνο ο παπάς ίσως είχε ακόμα το νου του στη λειτουργία. Ο Νικολής έριξε το βλέμμα του προς την πόρτα, τι ήταν αυτό που κοιτάζαν όλοι; Τότε την είδε, κρυμμένη πίσω από τη θεία της άπλωσε χέρι να πάρει το κερί της. Κι όταν έσκυψε να κάνει μετάνοια πριν προσκυνήσει την Παναγία ο Νικολής έκατσε στο στασίδι του, σαν μια ζάλη να του ‘ρθε ξαφνικά. 

Από ‘κείνη τη μέρα όλο την Ακριβή σκεφτόταν κι όλο προσπαθούσε να βρει με ποιο τρόπο να κερδίσει την καρδιά της. Ήξερε ότι όλα τ’ αρσενικά του χωριού θα προσπαθούσαν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να την πλησιάσουν. Άλλος θα ‘στελνε προξενιό, άλλος θα την περίμενε στη βρύση δήθεν τυχαία, άλλος θα της έλεγε γλυκόλογα σαν περνούσε έξω απ’ την αυλή της. Μα ο Νικολής ήθελε να την εντυπωσιάσει, να την κάνει να τον σκέφτεται όπως αυτός τη σκεφτόταν κι ήταν η μόνη του έννοια.

διήγημα μικρή ιστορία Το γλέντι

Σε δυο βδομάδες είχε γλέντι το χωριό, γιόρταζε η Παναγία και θα μαζεύονταν όλοι στην εκκλησία με όργανα και με φαΐ να γιορτάσουν και να δοξολογήσουν το όνομά της. Τι καλύτερη ευκαιρία από ένα γλέντι για να κάνει την Ακριβή να τον προσέξει. Όλοι το ήξεραν ότι πιο λεβέντη χορευτή δεν είχε το χωριό. Σαν άρχιζε να κάνει πήδους και φιγούρες όλα τα μάτια στρέφονταν πάνω του κι οι χωριανοί τσούγγριζαν τον πατέρα του «Να σου ζήσει, Θωμά! Με μια καλή κοπελιά.»

Μέχρι τότε έπρεπε να κάνει υπομονή ο Νικολής. Μα το καλό ήταν πως κάθε μέρα πήγαινε η Ακριβή στην εκκλησία με τη θεία της. Και καθώς γυρνούσε αυτός απ’ το χωράφι σχολούσε η εκκλησιά κι αντάμωναν οι δρόμοι τους. Αυτός έψαχνε με το βλέμμα το δικό της κι έγνευε καλησπέρα στη θεία της, αυτή κοιτούσε πάντα χαμηλά κι ίσα που ψιθύριζε ένα χαιρετισμό. «Υπομονή και στο γλέντι δε θα σε αφήνει από τα μάτια της» σκεφτόταν ο Νικολής και χαμογελούσε. Κάθε πρωί πήγαινε στο χωράφι και κάθε απόγευμα ανυπομονούσε να πάρει τα εργαλεία του και να γυρίσει σπίτι για να προλάβει να τη δει να φεύγει από την εκκλησία. 

Ερωφίλη Πατεράκη συγγραφέας

Περάσαν οι μέρες κι ήρθε η παραμονή της Παναγίας. Ο Νικολής πήρε το μουλάρι μαζί του για να γυρίσει το μεσημέρι γρήγορα και να ετοιμαστεί να πάει στο ‘σπερνό. Όλη μέρα ο νους του έτρεχε στην Ακριβή. Πώς είχε αντέξει τόσες μέρες να περιμένει το γλέντι ήταν θαύμα. Σήμερα κάθε λεπτό γέμιζαν σκέψεις το μυαλό του και το αύριο του φαινόταν πιο μακρινό. Με το ζόρι κατάφερε να κάνει λίγη δουλειά. Σαν άρχισε να γέρνει ο ήλιος μάζεψε τα εργατικά του κι ανέβηκε στο μουλάρι. Θα πήγαινε να πλυθεί και να ετοιμαστεί να πάει στην εκκλησιά κι η μόνη του λαχτάρα ήταν να δει την Ακριβή. Μια μέρα ακόμα και ήξερε πως σαν έρθει το γλέντι κι αρχίσει ο χορός τότε η Ακριβή θα τον έβλεπε με άλλο μάτι. Κι αντί να του ψιθυρίζει την καλησπέρα θα άρχιζε να του μιλά και να του ψιθυρίζει γλυκόλογα. 

Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον ουρανό. Τα λίγα σύννεφα είχαν μια κόκκινη απόχρωση από τον ήλιο που άρχιζε να δύει. Άκουσε τον ήχο του μουλαριού να απομακρύνεται και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε απλωθεί φαρδύς πλατύς στο χώμα. Τι συνέβη; Παραπάτησε το μουλάρι και τον έριξε; Ούτε θυμάται. Μόνο την Ακριβή θυμάται και τα γλυκόλογα που θα του ψυθίριζε στ’ αυτί. Πήγε να σηκωθεί κι ο πόνος δεν τον άφησε. Το πόδι του τ’ αριστερό είχε γυρίσει φαίνεται όταν έπεσε. Έπιασε το σκαπέτι για να στηριχτεί και με το ζόρι σηκώθηκε όρθιος. Μέχρι να φτάσει σπίτι ο αστράγαλος του είχε πρηστεί κι ένας Θεός ξέρει πού ήταν το μουλάρι.

διήγημα της Ερωφίλης Πατεράκη

-Ίντα ‘παθες, Νικολιώ; τον ρώτησε η μάνα του σαν τον είδε να μπαίνει στην αυλή με το σκαπέτι για μπαστούνι.
- Ανάθεμά ντο για μουλάρι, γάιδαρο έπρεπε να πάρωμε.  Ήριξέ με κι εβάρηκα στον πόδα…
Πάει το γλέντι, πάει ο χορός, πάει η ευκαιρία του να εντυπωσιάσει την Ακριβή.  
-Όφου, γιε μου, ίντα ‘παθες! Έγνοια σου και θα ξεκουραστείς αύριο απού ‘χουμε γλέντι.
Έκατσε σε μια καρέκλα κι έσκυψε το κεφάλι μες τα χέρια του. Η μάνα του η έρμη νόμιζε ότι είναι από τον πόνο μα αυτός σκεφτότανε την Ακριβή.

- Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου. Εσύ που κάθε χρόνο πας στο γλέντι για τη χάρη της και χορεύεις τόσο μερακλίδικα, η Παναγιά θα σε γιάννει και σε δυο μέρες θα ‘σαι περδίκι.


Δημοσίευση σχολίου

2 Σχόλια