Τα Χριστούγεννα της Ακριβής - Διήγημα

Διήγημα "Τα Χριστούγεννα της Ακριβής" - Ερωφίλη Πατεράκη 2020


Ωραία μέρα ξημέρωσε, λαμπερή. Χειμώνας μεν αλλά αναθαρρεί η ψυχή σου όταν κοιτάς τον ουρανό. Η θεια Παρασκή ξεκρέμασε το σοφρά από την πρόκα και τον έστεσε στη μέση του δωματίου. Έφερε το σκαμνί δίπλα στο σοφρά κι έστρωσε ένα μεγάλο πανί πάνω στις κουβέρτες στο κρεβάτι κι απόθεσε εκεί την πετρολεκανίδα. Κάθε χρονιά έφτιαχνε μελομακάρονα. Φέτος είχε και την Ακριβή για συντροφιά και για βοήθεια. Όχι πως θέλει κόπο να φτιάξεις μελομακάρονα αλλά περάσανε τα χρόνια και η θεια Παρασκή ποτέ δεν έφτιαχνε μόνο για το σπίτι τους.

diigima Erofili Pateraki


Η Ακριβή καθόταν σε μια καρέκλα, κοίταζε τη θεία της και περίμενε οδηγίες.

-Φκέρεσέ μου μιαολιά νερό επαέ, στην πετρολεκανίδα μέσα, είπε η θεία στην Ακριβή.

Η Ακριβή έφερε τη στάμνα, έβγαλε το τούλι που τη σκέπαζε και τη σήκωσε πάνω από τη λεκανίδα. Η θεια Παρασκή ένωσε τις χούφτες τις.

-Έπαε ρίχνε μου μέχρι να σου λέω… Ώπα. Έλα πάλι… Ώπα. Εντάξει ‘ναι ‘δα. Γιατί ανέ γίνει σφιχτή η ζύμη δε θα μου πετύχουνε οι μακαρούνες.


Καθώς μάλασσε τη ζύμη η θεια Παρασκή όλο και κάτι μονολογούσε ή πότε πότε μιλούσε της Ακριβής.

-Να σε πέψω θέλει ύστερα να πας μια πάρτη τση γειτόνισσας και μια τση πεθεράς μου. Ναι, θυγατέρι μου; Γιατί ίσαμε να τσι πομαλάξω θα ‘χει ξεβγει η χέρα μου, να κάτσω κι η έρμη στη γκαρέκλα μια στιγμή. Μα να δεις που αυτή η πεθερά μου ήρχισε και δε θυμάται. Οπροθές δε σ’ ήπεψα πάλι να τση πας τη φρατζόλα το ψωμί; Οψές που με ‘δε με ρώτανε πότε θα βάλω αρχή στο φούρνισμα και με σιργούλευε να μην αργώ. Όφου, βάσανα… Ανέ χάσει ο άνθρωπος τα λογικά του, ίντα του μένει; Μεγάλη γυναίκα είναι μπάρε μου, μα όπως και να ‘χει λυπούμαι ντη… Όντε τση δώσεις τσι μακαρούνες τση γρας να τσι το τονίσεις «Η νύφη σου, η Παρασκή, σου πέμπει μακαρούνες να ‘χεις για τα Χριστούγεννα.» Ακούς, θυγατέρι μου; Ακούω να λες.

-Ακούω, θεία, είπε η Ακριβή κι αν την πρόσεχε εκείνη τη στιγμή η θεία της θα ’βλεπε ότι τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει όλα όλα.

«Ιντά θελα ‘γω να κάνω δωρεές με τα ξένα ψωμιά; Κουζουλή τηνέ θαρρεί εδά τη γρα Μελπομένη επειδή εγώ δεν τση πήα το ψωμί… Θέ μου, συχώρεσέ με. Μα ίντα με ‘πιασε και δεν ήφευγα, μόνο ήδωκά ντου το ψωμί κι απόι εντράπηκα και δεν τ’ ομολόγησα στη θεία, μόνο την καθησύχασα «Ναι, τα ‘δωκα τα ψωμιά όπου μου παρήγγειλες.»  Να πάω να βρω τον παπά πρέπει, να ‘ξομολογηθώ. Και τι να του πω και του παπά; «Ναι, πάτερ μου, επάντηξα του Νικολή και σαν τη παράουρη ήδωκά του το ξένο ψωμί»; Θέ μου, φώτισέ με να δω ίντα θα πογενώ.»

-Θεία, ύστερα που θα γιαγείρω από τση γρα Μελπομένης να πάω θέλει να ανάψω το καντήλι για τσι γονεόυς μου. Ζυγώνουνε και τα εξαμήνια...

-Να πας, θυγατέρι μου, να πας και ν’ ανάψεις κι από μένα ένα κερί για τη μάνα μου, Θεός σχωρέσει τζη.


Xristougenniatiko diigima Erofili Pateraki


Η Ακριβή ίσα που περίμενε να τελειώσει η θεία της να στοιβάζει μελομακάρονα στην πιατέλα. Την άρπαξε σχεδόν κι έγινε λούης. Η θεια Παρασκή ξωπίσω της ορμήνευε «Να τση το τονίσεις, Ακριβούλα, η νύφη σου η Παρασκή πε στσι πέμπει τσι μακαρούνες, ακούς;» μα η Ακριβή με βήμα ταχύ είχε προχωρήσει.

«Ήτονε ανάγκη να πω κι άλλο ψέμα, Παναγία μου; Θα τ’ ανάψω βέβαια το καντήλι, αυτό δεν είναι ψέμα. Κάνε να ‘ναι εκεί ο παπάς να του πω τα πταίσματά μου να μου δώσει άφεση... Κι ο παπάς να μη με κρίνει, Παναγία μου, δεν είν’ αυτή η δουλειά του. Κι ιντά ‘θελα δηλαδή να κάμω; Επήρε φόρα ο Νικολής και ήλεγε, ήλεγε... που απ’ ωστεν εξύπνησε δεν έχει σταθεί, που πήγε στο χωράφι κι απόι εξέχασε τα συμπράγκαλά ντου κι εγιάγειρε, που επήρε το γάιδαρο για να κάνει πιο γλήγορα και μετά ήπρεπε να τονέ σέρνει γιατί γαϊδάρεψε και δεν ήλεγε να κουνήσει... Συχώρα με, Παναγία μου, μα ίντα μου τα ‘λεγε εμένα όλα τούτανά; Γάιδαρος είναι και γαϊδάρεψε, ίντα με γνοιάζει εμένα; Δικός μου είναι μπάρε μου; Κι αφού μου ‘πε ότι εξέχασε και το ντουρβά με το κολατσό που του ‘δωκε η μάνα ντου, του λέω «να, κειονέ ‘ναι φρέσκο ψωμί, εδά το βγάλαμε απ’ το φούρνο με τη θεια μου» και κάνω μεταβολή και φεύγω πριχού ντακάρει πάλι. Αυτό μπορεί να μην ήτανε σφάλμα, το σφάλμα ήτονε που είπα τση θείας ότι ήδωκα το ψωμί εκειά που μου ‘πε. Εδά θαρρεί πως εκουζουλάθηκε η γρα Μελπομένη εξαιτίας μου...»

Η Ακριβή έκανε μετάνοια και μπήκε στην εκκλησία. Ο παπάς, ο ψάλτης κι η παπαδιά καθαρίζανε. Ο ψάλτης έτριβε να βγάλει τα ‘ποκέρια από το μάρμαρο, η παπαδιά ξεσκόνιζε κι έβαζε μύρο στα εικονίσματα κι ο παπάς ταχτοποιούσε το ιερό. Η Ακριβή μουρμούρισε καλησπέρα, πήρε τα κεριά της και πήγε στο μανουάλι. «Δε μου τρέχει ν’ αλαφρύνω σήμερω, Παναγία μου.» Άναψε τα κεριά της, σταυροκοπήθηκε, φίλησε την εικόνα του Αρχαγγέλου και πήγε να φύγει όταν της μίλησε ο παπάς.

-Καλησπέρα, Ακριβή, ίντα κάνεις; Ίντα κάνουν οι θείοι σου;

-Δόξα τω Θεώ, παπά Χριστόφορε, καλά είμαστε όλοι.

-Να σου ζητήσω, παιδί μου, μια χάρη μα αν έχεις άλλη δουλειά να μου το πεις. Ο ψάλτης πρέπει να φύγει και δεν έχομε ακόμη τελειώσει την καθαριότητα. Να μασε συντράμεις θέλει με την παπαδιά να τελειώσομε πριχού πέσει το σκοτίδι;

-Προς θεού, παπά μου, δεν έχω άλλη δουλειά. Η θεια μου γατέει ντο πως ήρθα στην εκκλησία.

Αναθάρρησε η Ακριβή, πρώτον που σκέφτηκε ότι ίσως βρει ευκαιρία να μιλήσει του παπά και δεύτερον που είδε την καθαριότητα ως ευκαιρία για εξιλέωση.



-Έλα μπρε θυγατέρι μου να μου μπελονιάσεις τη γκλωστή, ολότελα εστραβώθηκα πρέπει.

-Να ‘ρθω θεία αλλά δεν εστραβώθηκες. Νύχτωσε μπλιω, ακόμη ‘θελε να φέγγεις;

-Κατέω το, κόρη μου, εδά θα τελειώσω τούτη τη σειρά και θα το κάμω πέρα. Μόνο να τυλίξομε ύστερα το πρόσφορο να το δώσεις του παπά Χριστόφορου αύριο, μην ξεχάσεις.

Η Ακριβή  καθισμένη σε ένα σκαμνί δίπλα στη θεία της παρατηρούσε το λύχνο που τρεμόπαιζε και γέμιζε το δωμάτιο σκιές. Σηκώθηκε να βρει μια πετσέτα απ’ την κασέλα για να τυλίξουν το πρόσφορο για την εκκλησία.

Ο παπά Χριστόφορος τη συμβούλεψε να πει τα καθέκαστα της θειας Παρασκής για να λυθεί η παρεξήγηση κι ύστερα να φέρει ένα πρόσφορο να το λειτρουήσει ανήμερα των Χριστουγέννων. Δεν χρειαζόταν να πει στη θεια Παρασκή σε ποιον έδωσε το ψωμί, είπε ο παπάς, αλλά οπωσδήποτε να εξηγήσει ότι η φρατζόλα δεν έφτασε ποτέ στα χέρια της γρα Μελπομένης. Η θεια Παρασκή έφτιαξε ειδικό ψωμί και το πήγε στην πεθερά της αυτοπροσώπως. Όχι πως κακοθελούσε της Ακριβής, πιο πολύ για να κάνει παρέα της γριάς. Η Ακριβή έβαλε τη θεία της να της δείξει πώς φτιάχνεται το πρόσφορο, ήθελε να κάνει κατά λέξη ό,τι της είπε ο παπά Χριστόφορος για να ηρεμήσει από την ενοχή της. 

Έβαλε το πρόσφορο στο κέντρο της απλωμένης πετσέτας, το τύλιξε και έδεσε σφιχτά τις άκρες. Από αύριο δεν χρειαζόταν να ξανασκεφτεί ούτε το χαρισμένο ψωμί ούτε τον Νικολή και τις πολυλογίες του.


Γλωσσάρι

σοφράς=χαμηλό τραπεζάκι

φκέρεσε=ρίξε

μιάολιά=λίγο

επαέ=εδώ

μακαρούνες=μελομακάρονα

μαλάσσω=πλάθω

πομαλάξω=τελειώνω το πλάσιμο

οπροθές=προχθές

οψές=χτες

γρα=γριά

σιργουλεύω=συμβουλεύω

θυγατέρι=κόρη

συντράμω=βοηθώ

μπάρε μου=βέβαια

πέμπω=στέλνω

όντε=όταν

κουζουλή=τρελή

γνοιάζει=νοιάζει

ντουρβάς=τσάντα

τούτανά=αυτά

απόι=ύστερα, έπειτα

επάντηξα=συνάντησα

γιαγείρω=γυρίσω

παράουρη=χαζοβιόλα

ζυγώνουνε=πλησιάζουν

έγινε λούης=έφυγε τρέχοντας

ορμήνευε=συμβούλευε

εγιάγειρε=επέστρεψε

ντακάρει=ξεκινήσει

εδά=τώρα

γατέει=ξέρει

μπλιω=πια

κατέω=ξέρω

κακοθελούσε=κρατούσε μούτρα


Αν σου άρεσε αυτό το διήγημα σου προτείνω να διαβάσεις την ιστορία χάριν της οποίας γράφτηκε, την ιστορία του Νικολή. Το γλέντι - διήγημα.

Σου προτείνω ακόμη να διαβάσεις τις ιστορίες των αναγνωστών που γράφτηκαν με αφορμή το challenge συγγραφής που οργανώθηκε αυτόν τον Νοέμβριο και σύντομα θα κυκλοφορήσουν σε e-book.

Τέλος, να σου πω ότι το πρώτο μου βιβλίο "Ζωή δίχως στήριγμα" έγινε audio book. Μπορείς να ακούσεις το πρώτο κεφάλαιο δωρεάν στο κανάλι μου ή αν θέλεις να με στηρίξεις και να αγοράσεις ολόκληρο το audio book σε μορφή mp3 μπορείς να το κάνεις από εδώ.


Buy Me A Coffee

Δημοσίευση σχολίου

6 Σχόλια

  1. Πολύ όμορφη η ιστορία της Ακριβής! Μου άρεσε που δίνει κάτι από την ατμόσφαιρα του χωριού όπως τη ζήσαμε παιδιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ'ευχαριστώ πολύ! Αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω, χαίρομαι πολύ αν όντως το πέτυχα.

      Διαγραφή
  2. Είναι στα επόμενα αναγνώσματα μου. 😁🙏🏻

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είμαι ξενομπάτησα όπως θα λέγατε εδώ ...
    Σαλονικιά, αλλά και κρητικιά, αφου εδώ κκαι μισό αιώνα
    είμαι ερωτική μετανάστρια...
    Δεν μιλάω την κρητική διάλεκτο αλλά την καταλαβαίνω αρκετά καλά .
    Μου την θύμησες με την Ακριβή σου τα έθιμα της Κρήτης,που νομίζω ότι έχει χαθεί πια.
    Πολύ καλά κάνεις και τα γράφεις για να μην χαθούν.
    Χάρηκα που πέρασα με προτροπή φίλης μου
    Χρόνια πολλά με υγεία και ότι ευχηθείς Ερωφίλη!! 🎄✨

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρούλα σ'ευχαριστώ πολύ! Χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία της Ακριβής και που σου θύμισα την Κρήτη. Νομίζω αυτός είναι ένας από τους λόγους που γράφω και στα κρητικά. Όταν σου λείπει ο τόπος σου κάνεις ο, τι μπορείς για να τον νιώσεις πιο κοντά σου!
      Εύχομαι καλές γιορτές και σε σένα!

      Διαγραφή